Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

parking offence


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο parking παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: offence
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: parking, park

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
parking n(act of parking)παρκάρισμα ουσ ουδ
 (επίσημο)στάθμευση ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)πάρκινγκ ουσ ουδ άκλ
 People are often irritated by bad parking.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
parking n(space to park)πάρκινγκ ουσ ουδ άκλ
  χώρος στάθμευσης φρ ως ουσ αρσ
 (κλειστός χώρος)γκαράζ ουσ ουδ άκλ
Σχόλιο: "Parking" is not the same as "parking lot" or "car park." It refers to the fact that there, in general, is space to leave a car, but it does not refer to a specific place or lot where cars are parked.
 I drive to work as my office has parking, so I don't have to pay for a public car park.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
park n(recreational land)πάρκο ουσ ουδ
 There is a park with some swings and a field a few blocks from home.
 Υπάρχει ένα πάρκο με κούνιες μερικά τετράγωνα πιο πέρα.
park [sth] vtr(place: a vehicle)παρκάρω ρ μ
  σταθμεύω ρ μ
 She parked the car and got out.
 Πάρκαρε το αυτοκίνητο και βγήκε.
park vi(place a vehicle)παρκάρω ρ αμ
  σταθμεύω ρ αμ
 She parked and got out of the car.
 Πάρκαρε και βγήκε από το αυτοκίνητο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
park nUS (sports stadium)γήπεδο, στάδιο ουσ ουδ άκλ
  αγωνιστικός χώρος επίθ + ουσ αρσ
 The baseball slugger hit the ball out of the park.
park n(preserve) (εθνικός)δρυμός ουσ αρσ
 The Grand Canyon is one of our largest national parks.
park nUK (land around country house)πάρκο ουσ ουδ
  κτήμα ουσ ουδ
  κήπος ουσ αρσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία και αποδίδεται κατά περίπτωση.
 The Duke went for a walk around the park.
park [sth] vtrslang, figurative (place, deposit: [sth](μεταφορικά)παρκάρω ρ μ
 He parked his backside in the armchair and fell asleep.
park [sth] vtrfigurative, informal (temporarily put aside)αφήνω κτ στην άκρη έκφρ
 Let's park that idea for now until we can discuss it with Jon.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
parking | park
ΑγγλικάΕλληνικά
no parking nwritten (parking prohibition)απαγορεύεται η στάθμευση εκφρ
  απαγορεύεται το παρκάρισμα έκφρ
off-street parking n(private parking area)ιδιωτικό πάρκινγκ επίθ + ουσ ουδ άκλ
  ιδιωτικός χώρος στάθμευσης φρ ως ουσ αρσ
on-street parking n(not in a drive)στάθμευση στον δρόμο φρ ως ουσ θηλ
  παρκάρισμα στον δρόμο φρ ως ουσ ουδ
parallel parking n(parking along curb in line with other vehicles)παράλληλο παρκάρισμα επίθ + ουσ ουδ
  παράλληλη στάθμευση επίθ + ουσ θηλ
 Parallel parking is one of the required manoeuvres in the driving test.
parking bollard nUK (post designating parking area) (χώρου στάθμευσης)κολωνάκι ουσ ουδ
parking brake nUS (hand brake in a vehicle)χειρόφρενο ουσ ουδ
 You should always remember to set the parking brake when you park on a hill.
parking fine n(penalty fee for an offence)πρόστιμο παράνομης στάθμευσης περίφρ
 (καθομιλουμένη)πρόστιμο για παράνομο παρκάρισμα, κλήση για παράνομο παρκάρισμα περίφρ
 (καθομ, μεταφορικά)πρόστιμο για παρκάρισμα, κλήση για παρκάρισμα περίφρ
 Parking fines issued by private agencies are not legally enforceable.
parking garage (US),
multi-storey car park (UK)
n
(multi-story lot)κτίριο πάρκινγκ φρ ως ουσ ουδ
  πάρκινγκ, γκαράζ ουσ ουδ άκλ
  πολυόροφο γκαράζ επίθ + ουσ ουδ άκλ
 Andy left his car on the top story of the parking garage.
parking lot,
car lot,
lot (US),
car park (UK)
n
(vehicle parking area)πάρκινγκ ουσ ουδ άκλ
  χώρος στάθμευσης φρ ως ουσ αρσ
 I left my car in the parking lot.
 Άφησα το αυτοκίνητό μου στο πάρκινγκ.
parking meter n(coin fed timer for parking)παρκόμετρο ουσ ουδ
 Audrey searched the bottom of her bag to find some coins for the parking meter.
parking space n(marked area for parking a vehicle)χώρος για πάρκινγκ ουσ αρσ
Σχόλιο: πάρκινγκ: ξενικό, άκλιτο
 Searching for a parking space is not easy in a busy city.
parking spot n(place to park a car)θέση πάρκινγκ ουσ θηλ
 It's difficult to find a parking spot at the weekend.
 Είναι δύσκολο να βρεις θέση πάρκινγκ το Σαββατοκύριακο.
parking ticket n(written notice of a parking violation)κλήση για παράνομο παρκάρισμα ουσ θηλ
Σχόλιο: συνήθως αναφέρεται ως κλήση χωρίς τον προσδιορισμό
 If you let the meter run out, they're likely to give you a parking ticket.
parking validation n(free parking for customers)δωρεάν στάθμευση με αγορά ή χρήση υπηρεσίας
valet parking n(car-parking service)υπηρεσία παρκαρίσματος με παρκαδόρο περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση parking offence στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «parking offence».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!